Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Νόσος των λεγεωναρίων: Αίτια, διάγνωση και θεραπεία

Νόσος των λεγεωναρίων: Αίτια, διάγνωση και θεραπεία

Η νόσος των λεγεωναρίων γνώρισε το φως της δημοσιότητας το 1976, όταν ξέσπασε επιδημία (οξύ εμπύρετο νόσημα του αναπνευστικού) κατά τη διάρκεια συνεδρίου της Αμερικανικής Λεγεώνας στη Φιλαδέλφεια των Ηνωμένων Πολιτειών, εξού και το όνομά της. Συνολικά προσβλήθηκαν 221 άτομα από πνευμονία, 34 εκ των οποίων κατέληξαν.

Κατά την έρευνα για τον αιτιολογικό παράγοντα αυτής της επιδημίας, απομονώθηκε και ταυτοποιήθηκε ο υπεύθυνος μικροοργανισμός, ένα Gram αρνητικό βακτηρίδιο το οποίο ονομάσθηκε λεγιονέλλα. Για τα  αίτια εμφάνισης, τα συμπτώματα, τη διάγνωση και τη θεραπεία της νόσου μας ενημερώνει ο  κ. Νικόλαος Δ. Χαΐνης, Διευθυντής Πνευμονολόγος στο Metropolitan Hospital.

Υπάρχουν περίπου 40 είδη λεγιονέλλας και, από αυτά, περισσότερα από τα μισά μπορούν να προκαλέσουν νόσο στον άνθρωπο. Το είδος λεγιονέλλα pneumofila ευθύνεται για το 90% των λοιμώξεων. 

Ιδανικό περιβάλλον για την ανάπτυξή του είναι το υδάτινο -λίμνες, ποτάμια, δεξαμενές, πισίνες, συστήματα ύδρευσης μεγάλων κτιριακών μονάδων, θερμές και ιαματικές πηγές. Είναι αρκετά ανθεκτικό, δύναται να επιζήσει σε ποικίλες συνθήκες του περιβάλλοντος (σε θερμοκρασίες από 0 μέχρι 36° C, τόσο σε όξινο όσο και σε αλκαλικό περιβάλλον: pH από 5 μέχρι 8,5). Η θερμοκρασία όμως που ευνοεί ιδιαιτέρως την ανάπτυξη αλλά και τον πολλαπλασιασμό του είναι μεταξύ 40 και 50° C.
Τα συστήματα κλιματισμού (air condition), δεν θεωρούνται πλέον πηγές μετάδοσης του βακτηριδίου, όπως πιστευόταν παλαιότερα.

Τρόπος μετάδοσης

Ο άνθρωπος προσβάλλεται μέσω εισπνοής ή εισρόφησης μικροσταγονιδίων ύδατος που περιέχουν τον μικροοργανισμό. Παράγοντες που διευκολύνουν την ανάπτυξη της νόσου στον άνθρωπο είναι το κάπνισμα και η κατάχρηση αλκοόλ. Επίσης, περισσότερο ευάλωτα είναι τα ανοσοκατασταλμένα άτομα και εκείνα που πάσχουν από χρόνια νοσήματα των πνευμόνων.

Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι δεν μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο. Μπορεί να προσβάλλει οποιαδήποτε ηλικία.

Η περίοδος επώασης κυμαίνεται από 2 μέχρι 10 ημέρες.