Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Στον "πάτο" της ΕΕ στην ποιότητα απασχόλησης

Στον "πάτο" της ΕΕ στην ποιότητα απασχόλησης

Η Ελλάδα έχει τη χειρότερη επίδοση ως προς την ποιότητα της απασχόλησης στην Ε.Ε. και γι' αυτό σημαντικός παράγοντας αναδεικνύεται ο εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας, τον οποίο τώρα επιχειρεί να παρατείνει η κυβέρνηση με το νέο εργασιακό νομοσχέδιο.

Τη διαπίστωση της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων (ΕTUC) για την κακή ποιότητα απασχόλησης υπενθυμίζει το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ στα συμπεράσματα της ετήσιας έκθεσής του για την απασχόληση που παρουσίασαν χθες διαδικτυακά ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ και του Ινστιτούτου, Γ. Παναγόπουλος, ο επιστημονικός διευθυντής του ΙΝΕ, πανεπιστημιακός Γ. Αργείτης, ενώ τη συζήτηση συντόνισε ο διευθυντής του ΙΝΕ και του ΚΑΝΕΠ, δρ Χρήστος Γούλας.

Ο δείκτης ποιότητας της απασχόλησης της ETUC, που ενσωματώνει βασικούς δείκτες/στόχους της βιώσιμης ανάπτυξης του ΟΗΕ, εμφανίζει την Ελλάδα το 2019 στην τελευταία θέση ανάμεσα στα κράτη-μέλη της Ε.Ε. Επιπλέον ήταν το μόνο κράτος-μέλος που παρουσίασε τόσο μεγάλη πτώση στον δείκτη ποιότητας της απασχόλησης. Συγκεκριμένα μεταξύ 2010 και 2019 ο δείκτης μειώθηκε κατά 11,45%, ενώ στην Πορτογαλία κατά 3,21% και στην Κύπρο κατά 1,96%. Σε όλα τα υπόλοιπα κράτη-μέλη υπήρξε βελτίωση.

Στην έκθεση υπογραμμίζεται ότι ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η ποιότητα της απασχόλησης είναι τόσο χαμηλή στην Ελλάδα συνδέεται με τον εβδομαδιαίο χρόνο εργασίας. Η διάρκεια της τυπικής εβδομαδιαίας εργασίας είναι η υψηλότερη στην Ε.Ε. και η τρίτη υψηλότερη αν συνυπολογίσουμε την Τουρκία, το Μαυροβούνιο, τη Σερβία και τη Βόρεια Μακεδονία. Παράλληλα η Ελλάδα έχει το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό απασχολουμένων που εργάζονται με παρατεταμένο ωράριο, δηλαδή από 49 ώρες και άνω, μετά την Τουρκία και το υψηλότερο ποσοστό μισθωτών στην Ε.Ε. που εργάζονται Σάββατο και Κυριακή. Η διευρυμένη χρήση υπερεργασίας φέρνει την αγορά εργασίας της Ελλάδας πιο κοντά στο πρότυπο των βαλκανικών χωρών, αναδεικνύοντας το αναπτυξιακό χάσμα της με τις χώρες της ευρωζώνης. Επίσης η Ελλάδα είναι το μόνο κράτος-μέλος της Ε.Ε. στο οποίο ο μέσος μισθός μειώθηκε σε σχέση με το 2010, ενώ κατά τη διάρκεια της πανδημίας υπήρξε περαιτέρω επιδείνωσή του.

Σε σχέση με τον μέσο μισθό το ΙΝΕ χαρακτηρίζει την Ελλάδα ως ειδική περίπτωση παλινδρόμησης της κοινωνικής ευημερίας. Η Ελλάδα είναι επίσης το μόνο κράτος-μέλος στο οποίο για το ίδιο διάστημα υπήρξε απώλεια της αγοραστικής δύναμης του μέσου μισθού και ταυτόχρονα του κατώτατου μισθού. Οι εξελίξεις αυτές φέρνουν την αγοραστική δύναμη των μισθωτών πιο κοντά στην αντίστοιχη των μισθωτών στα κράτη-μέλη της ανατολικής Ευρώπης. Το ίδιο ισχύει και για το ποσοστό κάλυψης των συλλογικών διαπραγματεύσεων, το οποίο αποκλίνει σημαντικά από τα ισχύοντα στη βόρεια, την κεντρική και τη δυτική Ευρώπη. Ο κατώτατος μισθός βρίσκεται κάτω από το όριο της απόλυτης φτώχειας.

Σημαντική και η εκτίμηση για τις ανισότητες. Το ΙΝΕ εκτιμά ότι όντως, για πρώτη φορά από το 2012, οι αποταμιεύσεις των νοικοκυριών ήταν θετικές εξαιτίας της αποχής τους από την κατανάλωση λόγω των μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης. Παρά το αποτέλεσμα αυτό, το οποίο είναι βραχυπρόθεσμο και βελτίωσε τη χρηματοοικονομική τους κατάσταση, η ανισότητα πλούτου και εισοδήματος αποκρύπτει τον μεγάλο αρνητικό αντίκτυπο που είχε η πανδημία στα φτωχότερα νοικοκυριά, των οποίων η χρηματοοικονομική κατάσταση επιδεινώθηκε λόγω της μείωσης του εισοδήματός τους.