Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Συναίνεση της πλειοψηφίας, ναι. Αλλά για ποιο πράγμα;

Συναίνεση της πλειοψηφίας, ναι. Αλλά για ποιο πράγμα;

Της Φιλίας Γεωργούδη από την Κυριακάτικη Kontranews

Ας κάνουμε την εξής υπόθεση: Έστω ότι υπόσχομαι στον Χ ότι θα κάνω το Ψ. Και παρουσιάζω το Ψ με ένα ωραίο επικοινωνιακό περιτύλιγμα, χρησιμοποιώ ωραίες εκφράσεις, επικαλούμαι και το συναίσθημα, για να τον κάνω να νιώσει ότι η πραγματοποίηση του Ψ είναι το μοναδικό κομμάτι του παζλ που λείπει για να κάνω τον Χ, Δανία.

Ωραία; Ωραία.

Ο Χ πείθεται. Είναι υπέρ του να κάνω το Ψ. Ανυπομονεί, μου δίνει τη συναίνεσή του.

Κι έστω ότι εγώ, εν συνεχεία, παίρνω το Ψ, το εργαλειοποιώ και το μετατρέπω σε κάτι άλλο. Ας πούμε σε ένα -άκρως αρνητικό για τον Χ και την οικογένειά του- Ζ. Αυτός δυσαρεστείται, αλλά κάθε φορά, του απαντώ με περίσσιο gaslighting, αναφέροντας τη δική του αρχική συναίνεση.

Που ήταν συναίνεση μεν, για κάτι άλλο που συνομολογήσαμε δε.

Σε αυτήν την υποθετική περίπτωση, λοιπόν, εγώ, που εκμεταλλεύτηκα την εμπιστοσύνη του Χ.

Που του καλλιέργησα προσδοκίες.

Που τον έπεισα.

Που κράτησα επί τούτου κρυφά τα χαρτιά μου.

Που έπαιξα με μια ανάγκη του -αυτή του να γίνει μία χώρα σαν αυτές που μπαίνουν κάθε χρόνο στη λίστα με τις καλύτερες χώρες για να ζεις- και που μετά τον παρουσίασα ως «συνένοχο» στην υλοποίηση της ίδιας του της καταστροφής, για να αποποιηθώ τη δική μου ευθύνη, τι είμαι;

Αλλά ας φύγουμε από αυτό το υποθετικό σενάριο. Ας πάμε σε κάτι πραγματικό.

Τι γίνεται εάν βάλουμε όπου «Χ» τους Έλληνες πολίτες, όπου «Ψ» μία πολιτική (όπως η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής, η ασφάλεια, η ακύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών, οι πολλές και καλές δουλειές και πολλά άλλα) κι όπου εμένα, την κυβέρνηση;

Μία κυβέρνηση η οποία συστηματικά αθετεί τις υποσχέσεις και τις δεσμεύσεις της, που εκμαιεύει τη συναίνεση μιας μερίδας της κοινωνίας, ώστε να την χρησιμοποιεί ως επιχείρημα έναντι στον πολιτικό της αντίπαλο κι ως ένα πονηρό τέχνασμα για να διαμοιράζει την ευθύνη της αποτυχίας της, τι είναι;

Μια κυβέρνηση που την ΙΔΙΑ ΣΤΙΓΜΗ νομοθετεί κάτι τελείως διαφορετικό από αυτό στο οποίο συναίνεσε αυτή η μερίδα, τι είναι;

Είναι μία κυβέρνηση που έχει πραγματικά στο πλευρό της την πλειοψηφία της κοινωνίας;

Μια κυβέρνηση ισχυρή;

Μια κυβέρνηση αξιόπιστη;

Ή μια κυβέρνηση που κυβερνά με πλασματικά κοινωνικά ερείσματα;

Διότι, ας πούμε, είναι άλλο να συναινεί ένα -φερ’ ειπείν- 60% στο να μην περνούν στα Πανεπιστήμια άτομα με 2.000 μόρια (κακώς βέβαια, αλλά αυτό είναι θέμα για άλλο άρθρο) και είναι άλλο «κόβονται» και παιδιά με 18.000. Αν η κ. Κεραμέως είχε εξ αρχής πει ότι η ΕΒΕ θα έχει και τέτοιες… «παρενέργειες», το 60%, θα ήταν τόσο ή θα είχε συρρικνωθεί σε ένα 10%;

Πάμε σε ένα άλλο παράδειγμα:

Η πλειοψηφία συναινεί στην αξιολόγηση των εκπαιδευτικών (για το παρόν άρθρο ας θεωρήσουμε πλήρως αξιόπιστες τις δημοσκοπήσεις). Δεν την αδικεί κανείς την πλειοψηφία γι’ αυτό -τουναντίον: πρέπει να την αφουγκραστεί. Παρενθετικά, βέβαια, κάτι τέτοιο υπάρχει και λειτουργεί μέσω των ΠΕΚΕΣ, που έχουν, εκτός των άλλων, συμβουλευτικό, συνεργατικό και διεπιστημονικό χαρακτήρα. Διότι η αξιολόγηση είναι σημαντική, αλλά οφείλει να συνδέεται με προτάσεις και καθοδήγηση.

Όμως, ας επιστρέψουμε στη συναίνεση περί αξιολόγησης:

Λίγο το ότι δεν επικοινωνήθηκαν πολύ σωστά τα πεπραγμένα της κυβέρνησης ΣΥ. ΡΙΖ.Α., λίγο το ότι το μεγαλύτερο κομμάτι των ΜΜΕ διαστρέβλωναν την πραγματικότητα, πείτε ότι τα ΠΕΚΕΣ δεν πολυμαθεύτηκαν.

Η κ. Κεραμέως, λοιπόν, η οποία κάθε μέρα λαμβάνει κι από μία τουλάχιστον επιστολή αγανακτισμένου μαθητή/ αγανακτισμένης μαθήτριας ή γονέα, επικαλείται αυτήν τη συναίνεση, όπως και πριν από δύο μήνες επικαλείτο τη «στήριξη» που είχε από την κοινωνία στο θέμα της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής.

Και πού θέλω να καταλήξω;

Ότι αυτή η εργαλειοποίηση της κοινωνικής αποδοχής, που είναι αποδοχή για κάτι άλλο από αυτό που σκοπεύει να υλοποιήσει, θα έχει ακριβώς την ίδια κατάληξη.

Διότι, πολύ σύντομα θα αποδειχθεί ότι αυτό που πωλείται εμπορικά ως «αξιολόγηση», είναι η επιστροφή του Επιθεωρητισμού, οι υπερεξουσίες στους Διευθυντές, που θα είναι και Πειθαρχικοί Προϊστάμενοι και αξιολογητές, η πλήρης υποβάθμιση σχολείων και περιοχών και πολλά άλλα.

Κι, όταν αυτά όλα γίνουν εμφανή και η κοινωνία τα ζήσει στο πετσί της, η κυβέρνηση, ως άλλος Πάγκαλος θα έρθει να πει «μαζί τα χαλάσαμε». Κι, όποιος πει ότι δεν τα χαλάσαμε μαζί, αφού σε άλλα δώσαμε το «ΟΚ» μας ως πλειοψηφία, θα λάβει ως απάντηση το τεράστιο, μα πάντα πετυχημένο gaslighting που μόνο οι πολιτικοί που αθετούν τις υποσχέσεις τους ξέρουν να δίνουν.

Ας παραδεχθούμε, λοιπόν, ότι δεν είναι οι κυβερνητικές προτάσεις αποδεκτές από μια σεβαστή μερίδα της κοινωνίας. Είναι η ετικέτα τους.

Αυτό παρεμπιπτόντως στην αγγλική αργκό λέγεται «catfishing».

Οι πολίτες συναινούν, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας εργαλειοποιεί τη συναίνεσή τους.

Το «ως πότε» θα το πουν οι ίδιοι.

* Πολιτική Επιστημόνισσα, φεμινίστρια και φιλόζωη. Σπούδασε στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης στο ΕΚΠΑ κι ολοκλήρωσε τις Μεταπτυχιακές της Σπουδές στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έχει πραγματοποιήσει έρευνες στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ως υποψήφια Διδάκτωρ, το ΕΚΚΕ και το SciencesPo του Παρισιού