Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Όταν τον Μάρτιο του 1941 μεγάλος σεισμός ισωπέδωσε την Λάρισα

1η Μαρτίου 1941: Ο σεισμός που κατέστρεψε τη Λάρισα

Την 1η Μαρτίου 2021 συμπληρώθηκαν 80 χρόνια από την αποφράδα εκείνη ημέρα (1η Μαρτίου 1941), κατά την οποία ένας ισχυρός σεισμός έπληξε τη Λάρισα. 

Σήμερα, 80 χρόνια μετά, ο ισχυρός σεισμός 6 ρίχτερ που σημειώθηκε μεταξύ Ελασσόνας και Λάρισας και συγκεκριμένα 21 χιλιόμετρα νότια νοτιοδυτικά της πρώτης, ξυπνά μνήμες... 

Ισχυρός σεισμός (Μ=6,3) έπληξε στις 1 Μαρτίου του 1941 την πόλη της Λάρισας (και τα γειτονικά χωριά (Γερακάρι, Ελευθέριο, Νέσσων, Νέχαλη, Πλατύκαμπος, Γλαύκη, Χάλκη.

40 άνθρωποι σκοτώθηκαν και 100 τραυματίστηκαν. Στη Λάρισα το 10% των κτιρίων καταστράφηκε εντελώς και το 60% έπαθε σοβαρές βλάβες. Παρατηρήθηκε επιφανειακή εκδήλωση του σεισμογόνου ρήγματος, καθώς επίσης και φαινόμενα ρευστοποίησης στο Αλκαζάρ, καθιζήσεις στην αριστερή όχθη του Πηνειού, διαρρήξεις κ.λπ.

Στις 2 Ιανουαρίου έγινε προσεισμός (Μ=4,1). Μετά τον κύριο σεισμό ακολούθησαν πολλοί μετασεισμοί που συνεχίστηκαν έως τις αρχές του 1943. Ο μεγαλύτερος μετασεισμός (Μ=5,5) έγινε στις 14 Μαΐου.

"Ήταν η ώρα 5.53’ το πρωί όταν ένας παρατεταμένος υπόκωφος κρότος ακούστηκε από τα έγκατα της γης. Πολλά άτομα, συνηθισμένα από τις αιφνίδιες ιταλικές αεροπορικές επιδρομές του ελληνοϊταλικού πολέμου, ετοιμάστηκαν να κρυφτούν στα καταφύγια. Όμως πολύ σύντομα κατάλαβαν ότι άρχισε να σείεται η γη, να τρέμει το σύμπαν και να σωριάζονται σε ερείπια το ένα μετά το άλλο ακόμη και τα φτωχικά σπιτάκια της Λάρισας. Νοικοκυριά που χρειάστηκαν χρόνια ολόκληρα για να δημιουργηθούν, θάφτηκαν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα κάτω από τους τραγικούς σωρούς των ερειπίων.

Φιλήσυχοι και εργατικοί Λαρισαίοι, που κουρασμένοι από τη βιοπάλη της ημέρας έπεσαν το βράδυ στα κρεβάτια τους για να κοιμηθούν, έμελλε να μην ξυπνήσουν ποτέ. Και άλλοι, ένα σωρό άλλοι, βρέθηκαν ξαφνικά στους σειομένους από δονήσεις δρόμους έντρομοι, γυμνοί και άστεγοι[1].

Οι βλάβες στα κτίρια της Λάρισας ήταν πολύ μεγάλες, τόσο στα δημόσια όσο και στα ιδιωτικά. Οι μεγαλύτερες καταστροφές παρατηρήθηκαν στις βορειοανατολικές περιοχές της πόλης και συγκεκριμένα στον λόφο της Ακρόπολης (Φρούριο), στην κεντρική περιοχή (αγορά, κεντρική πλατεία, πλατεία Ταχυδρομείου και σε πολλούς κεντρικούς δρόμους), καθώς και στη συνοικία των Αμπελοκήπων (Ταμπάκικα). Τις μικρότερες ζημιές είχαν οι οικοδομές στις νοτιοδυτικές περιοχές της πόλης.

Στον λόφο της Ακρόπολης σοβαρές βλάβες έπαθαν σχεδόν όλα τα κτίρια. Μεταξύ αυτών τα οποία κατέρρευσαν ή έπαθαν σοβαρές βλάβες συγκαταλέγονταν, ο μητροπολιτικός ναός του Αγίου Αχιλλίου, το νεόκτιστο Β΄ Δημοτικό Σχολείο, το ρολόι της πόλης, οι φυλακές, καθώς επίσης το τριώροφο αρχοντικό Βελλίδη, η παλιά επιβλητική κατοικία του μητροπολίτη Νεόφυτου, τα κτίσματα της οδού Φιλελλήνων καθώς και οι άλλοι δρόμοι του λόφου. Συσσωρευμένα ερείπια ήταν διασπαρμένα παντού και η περιοχή παρουσίαζε δραματική όψη.

Την ίδια όψη παρουσίαζε και η κεντρική περιοχή της Λάρισας, καθώς σχεδόν όλα τα κτίρια, έπαθαν ανεπανόρθωτες βλάβες. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται τα κτίρια των Τραπεζών Εθνικής, Εμπορικής, Λαϊκής, το Δικαστικό Μέγαρο το οποίο ισοπεδώθηκε ολοσχερώς, η Στρατιωτική Λέσχη, τα μεγάλα ξενοδοχεία της πόλης «Πανελλήνιον», «Στέμμα», «Όλυμπος» και «Μεγάλη Βρετανία»[2], το Αρσάκειο, τα κτίρια του επιτελείου του Β΄ Σώματος Στρατού (αρχοντικό Σκαλιώρα), των ΤΤΤ (Ταχυδρομείον-Τηλεγραφείον-Τηλεφωνείον)[3], της Ανωτέρας Διοίκησης Χωροφυλακής, της Γενικής Ασφάλειας και των Αστυνομικών Τμημάτων. Μικρότερες βλάβες έπαθαν όλα τα σχολικά κτίρια (πλην του Β΄ Δημ. Σχολείου), τα δύο νοσοκομεία, (Δημοτικό και Στρατιωτικό) καθώς και οι ναοί της Λάρισας (μόνον οι εκκλησίες του Αγ. Νικολάου και των Αγίων Σαράντα εκτιμήθηκε, ότι είναι δυνατόν, μετά από υποστύλωση, να χρησιμοποιηθούν για τις θρησκευτικές ανάγκες των κατοίκων).
Από το κωδωνοστάσιο του Αγίου Νικολάου και τους δύο μιναρέδες[4], οι οποίοι διατηρούνταν για ιστορικούς λόγους, κατέπεσαν οι κορυφές τους. Σοβαρότερες ήταν οι καταστροφές που υπέστη το νεκροταφείο της πόλης, όπου η εκκλησία κατέρρευσε εντελώς, η περίφραξή του κατέπεσε και πολλές προτομές ταφικών μνημείων αποκεφαλίσθηκαν. Βλάβες επίσης υπέστησαν και τα υπόστεγα του σιδηροδρομικού σταθμού. Στη συνοικία των Αμπελοκήπων (Ταμπάκικα), πολύ σοβαρές βλάβες υπέστησαν όλα τα εργοστάσια της περιοχής, οι κατοικίες και ο ναός της Ζωοδόχου Πηγής. Βλάβη υπέστη επίσης το εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος (βλάβη η οποία όμως διορθώθηκε σύντομα), το υδραγωγείο και το δίκτυο ύδρευσης, με συνέπεια την παροχή ύδατος για λίγες μόνον ώρες το 24ωρο. Οι στύλοι και τα καλώδια των ηλεκτρικών και τηλεφωνικών γραμμών σε πολλά σημεία είχαν πέσει, με αποτέλεσμα τη διακοπή του ηλεκτροφωτισμού και των τηλεπικοινωνιών σε διάφορες περιοχές της πόλης.

Κατά τις επίσημες εκτιμήσεις, το 60% – 70% των κτιρίων της πόλης, ήταν μη επισκευάσιμα. Ενώ τα κτίρια με σκελετό από οπλισμένο σκυρόδεμα (μπετόν αρμέ), όπως το ξενοδοχείο «Ολύμπιον», οι τράπεζες Ελλάδος επί της Κύπρου και Αγροτική επί της Ίωνος Δραγούμη, η πολυκατοικία του Παππά στην Τρίγωνη πλατεία και μερικά άλλα, παρουσίασαν ελάχιστες βλάβες. Μέτρια αντοχή επέδειξαν οι οικοδομές που ήταν κτισμένες με παραδοσιακό τρόπο (πλιθιά με ξυλοδεσιές), ενώ όσες ήταν κτισμένες με ξυλότοιχους (τσατμάδες) της οθωμανικής περιόδου, παρέμειναν σχεδόν ανέπαφες. Κατά τις επίσημες πληροφορίες, τις οποίες ανακοίνωσε η Διευθύνσις της Νομαρχίας Λαρίσης, από τις κατοικίες της πόλης καταστράφηκαν ολοσχερώς περίπου το 10%, έπαθαν σοβαρότατες ζημιές περίπου το 60% και παρουσίασαν μικρότερες βλάβες περίπου το 30%[5].

Το Υφυπουργείο Ασφαλείας ανέφερε τις πρώτες ημέρες τα ονόματα 36 ατόμων, Λαρισαίων αλλά και επισκεπτών που έτυχε να βρίσκονται εδώ, τα οποία ανασύρθηκαν νεκρά από τα χαλάσματα[6]. Τα θύματα θα ήταν περισσότερα, αλλά οι συνεχείς ιταλικοί βομβαρδισμοί οδήγησαν τους νουνεχείς οικογενειάρχες να στείλουν τις οικογένειές τους σε κοντινές κωμοπόλεις (Συκούριο, Αγιά, Ραψάνη και άλλους πλησιόχωρους οικισμούς) για ασφάλεια, χωρίς να γνωρίζουν ότι τελικά θα αισθάνονταν δικαιωμένοι καθώς είχαν αποφύγει τις φονικές συνέπειες του σεισμού.

Την επόμενη ημέρα του σεισμού, 2 Μαρτίου 1941, η εμπόλεμη με την Ελλάδα, Ιταλία, βομβάρδισε την ερειπωμένη από τον σεισμό πόλη, ενώ οικείοι και συνεργεία διάσωσης αναζητούσαν επιζώντες μέσα στα χαλάσματα και γιατροί και νοσοκόμοι ασχολούνταν με την περίθαλψη των τραυματιών. Οι εφημερίδες των Αθηνών αναφέρουν για την πράξη αυτή ότι: «… ο λαός της Λαρίσης περισσότερον ωργίσθη παρά εκλονίσθη. Κατά την ώραν του βομβαρδισμού εθεάθησαν, όχι μόνο άνδρες αλλά και γυναίκες, να σηκώνονται όρθιοι μέσα από τα ερείπια, εις τα οποία εσυνέχιζον την αγωνιώδη έρευνάν των και να στρέφουν τους γρόνθους των ή την ανοικήν παλάμην των προς την κατεύθυνσιν των έκφυλων την ψυχήν βαρβάρων αεροπόρων».

Αλήθεια, τι φυσικές και βαρβαρικές καταστροφές πέρασε όλες αυτές τις χιλιετίες ζωής η πόλη μας!

[1]. Αλέκος Σακελλάριος. Κατά των ερειπίων, εφ. «Ασύρματος», Αθήναι, φύλλο 3ης Μαρτίου 1941.
[2]. Στεγαζόταν το 1941 στον επάνω όροφο του μεγάρου Κατσαούνη, στη νότια πλευρά της Κεντρικής πλατείας.
[3]. Τόσο το παλιό κτίριο επί της πλατείας Ταχυδρομείου, όπου σήμερα στεγάζεται το Grand Hotel, όσο και το νεότερο το οποίο στεγαζόταν το 1941 στην αρχοντική κατοικία του παλιού δημάρχου Αχιλλέα Αστεριάδη (γωνία Ασκληπιού-Κούμα).
[4]. Οι μιναρέδες του Γενή τζαμί στην πλατεία Ανακτόρων και του Μπουρμαλή τζαμί όπου σήμερα το κινηματοθέατρο «Βικτώρια».
[5]. Το σημερινό κείμενο βασίστηκε κυρίως στις μελέτες του πολιτικού μηχανικού και ερευνητή ιστορικής σεισμολογίας Γιάννη Παπαϊωάννου, ο οποίος επί χρόνια ασχολείται με την ιστορική σεισμολογία της Λάρισας και κατ’ επέκταση της Θεσσαλίας και είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων και άρθρων σε εφημερίδες και περιοδικά. Μια επιστημονική περιγραφή του μεγέθους, της μορφής και των υλικών ζημιών του σεισμού αυτού υπάρχει σε εμπεριστατωμένη μελέτη του, η οποία κυκλοφόρησε πρόσφατα με τον τίτλο: Ο σεισμός της Λάρισας της 1ης Μαρτίου 1941, (Λάρισα) 2018 σελ. 110.
[6]. Τα ονόματα των νεκρών εκ των σεισμών της Λαρίσης, εφ. «Ασύρματος», Αθήναι, φύλλο της 3ης Μαρτίου 1941.

* Από τον Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου

Με πληροφορίες από το Larissapress.gr