Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Πότε ακριβώς άλλαξε η εθνική γραμμή; 

Πότε ακριβώς άλλαξε η εθνική γραμμή; 

Αν συμφωνούσαν κάπου και όσοι ήταν υπέρμαχοι της ελληνογαλλικής συμφωνίας και όσοι ήταν εναντίον, αυτό είναι πως η στροφή της Ελλάδας στους εξοπλισμούς –είτε πρόκειται περί κούρσας εξοπλισμών είτε απλή ενίσχυση του αξιόμαχου των Ενόπλων Δυνάμεων- δεν θα υποκαθιστούσε την διπλωματία. 

Δηλαδή, τόσο οι κυβερνώντες όσο και οι αντιπολιτευόμενοι υποστήριζαν πως η Ελλάδα έχει μεν την ανάγκη να εξοπλιστεί, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν πρέπει να παραμένει προσηλωμένη στην ανάγκη διεξαγωγής διαλόγου μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας, προκειμένου να καταφέρουν κάποια στιγμή οι δύο χώρες να βρεθούν στη Χάγη. Άλλωστε, αυτή η βεβαιότητα, ότι δηλαδή η διπλωματία θα συνεχίσει να έχει τον πρώτο λόγο παρά τα σκαμπανεβάσματα στις σχέσεις των δύο χωρών, είναι και η βασική δικαιολογητική βάση των εξοπλισμών: γιατί, άλλο πράγμα είναι να αποφασίζεις να αγοράσεις φρεγάτες και μαχητικά αεροσκάφη όντας προσηλωμένος στον διάλογο, άλλο πράγμα είναι να έχεις κόψει κάθε γέφυρα διαλόγου και να αγοράζεις επίσης εξοπλισμούς. Στην πρώτη περίπτωση, ενισχύεις την αποτρεπτική σου δύναμη και καθιστάς σαφές στον «απέναντι» ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος παρά της διαπραγμάτευσης, του διαλόγου, της επίπονης επίλυσης των διαφορών γύρω από ένα στρογγυλό τραπέζι και με όρους διεθνούς Δικαίου. Στη δεύτερη περίπτωση, αγοράζεις εξοπλισμούς τυφλά, μπαίνεις σε μία κούρσα ποιος έχει περισσότερα αεροσκάφη, ποιος διαθέτει «αόρατα» υποβρύχια, ποιος έχει τις καλύτερες φρεγάτες και απλώς προετοιμάζεσαι για μία σύγκρουση –ανοίγοντας μία πελώρια μαύρη τρύπα στα δημοσιονομικά όλα αυτά. 

Είχαμε, λοιπόν, την αίσθηση πως η κυβέρνηση, όσο κι αν... υπερέβαλε στα «ψώνια» της ως προς τους εξοπλισμούς, δεν έχει αποστεί της στρατηγικής της διπλωματίας και της διαπραγμάτευσης. Όμως, όλα τα παραπάνω φαίνεται πως τίθενται εν αμφιβόλω, αν συνυπολογίσει κανείς την απάντηση που έδωσε προχθές στο «Βήμα της Κυριακής» ο υπουργός Εξωτερικών, όταν ρωτήθηκε αν έχουν νόημα οι διερευνητικές επαφές. «Όσο η Τουρκία απειλεί την χώρα μας με πόλεμο, το γνωστό casus belli, έχει ένα τεράστιο αποβατικό στόλο απέναντι μας και ζητεί να αποστρατιωτικοποιήσουμε τα νησιά μας, κάνει επίκληση ενός παράνομου και άκυρου μνημονίου για να δικαιολογήσει τις πράξεις της, προωθεί το επεκτατικό ιδεολόγημα της "Γαλάζιας Πατρίδας" και αγνοεί πλήρως θεμελιώδεις κανόνες του διεθνούς δικαίου, τα περιθώρια ενός εποικοδομητικού διαλόγου είναι μηδαμινά έως ανύπαρκτα. Βεβαίως, ακόμα και υπό,αυτές τις περιστάσεις, υπάρχει η ανάγκη ενός διαύλου επικοινωνίας. Αν μη τι άλλο, για να αποφεύγονται τυχόν παρεξηγήσεις», επισήμανε χαρακτηριστικά ο επικεφαλής της ελληνικής διπλωματίας. 

Με άλλα λόγια, ο αρμόδιος επί της διπλωματίας υπουργός, εκείνος δηλαδή που είναι αρμόδιος να επιδιώξει, να σχεδιάσει και να εγγυηθεί τον διάλογο με τη γείτονα, λέει δημοσίως ότι τα περιθώρια διαλόγου είνα «μηδαμινά έως ανύπαρκτα»! Και, μάλιστα, επικαλείται γι’ αυτό όχι κάποια νέα «πρόκληση» της Άγκυρας, αλλά ήδη γνωστές θέσεις και απόψεις της Τουρκίας: το casus belli υπάρχει από το ’95, το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» κοντεύει να κλείσει πενταετία, ενώ η αποβατική «στρατιά του Αιγαίου» παραμένει στα τουρκικά παράλια που «βρέχονται» από το Αιγαίο εδώ και... 30 χρόνια. Το τουρκολιβυκό μνημόνιο επίσης δεν έιναι κάτι χθεσινό. 

Με άλλα λόγια, για θέματα γνωστά, ο υπουργός Εξωτερικών αποκηρύσσει τον διάλογο με τη γείτονα και δεν κάνει τίποτα διαφορετικό, από το να υλοποιεί την «γραμμή Σαμαρά» πως «δεν συζητάς με πειρατές». Μόνο που υπάρχουν δύο προβλήματα: αφενός, ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης (φαίνεται να) είναι σε άλλη γραμμή. Αφετέρου ότι η αποκήρυξη του διαλόγου μετατρέπει την ελληνογαλλική συμφωνία σε έναν εγκλωβισμό σε ξέφρενο ράλι εξοπλισμών, με μία χώρα που έχει ούτε 40% δημόσιο χρέος και ανήκει στους G20. Και αν το πρώτο είναι πρόβλημα για τους κκ. Μητσοτάκη και Δένδια, το δεύτερο είναι πρόβλημα εθνικών διαστάσεων και αφορά όλους μας. 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΕΛΙΓΓΩΝΗΣ

Αρθρογράφος